Πένθος: μια αναγκαία ψυχική εργασία.

Η απώλεια είναι ένα από τα πιο θεμελιώδη ανθρώπινα βιώματα. Χάνουμε πρόσωπα αγαπημένα, σχέσεις, ρόλους, ακόμη και εκδοχές του εαυτού μας. Παρόλα αυτά, το πένθος παραμένει συχνά παρεξηγημένο — θεωρείται κάτι που πρέπει να «ξεπεραστεί» γρήγορα, αντί να αναγνωριστεί ως μια βαθιά και απαραίτητη ψυχική διεργασία.

Η ψυχανάλυση ήταν από τις πρώτες προσεγγίσεις που αντιμετώπισε το πένθος με τη σοβαρότητα που του αξίζει. Το 1917, ο Sigmund Freud στο δοκίμιό του Πένθος και Μελαγχολία» έθεσε τα θεμέλια για την κατανόηση αυτής της εσωτερικής διαδικασίας μιας διαδικασία που, όπως τόνιζε, απαιτεί χρόνο, ενέργεια και ψυχικό κόπο.

Για τον Freud, το πένθος ξεκινά από μια ριζική αλήθεια: το αντικείμενο που αγαπούσαμε δεν υπάρχει πλέον. Η ψυχή όμως αντιστέκεται σε αυτή την πραγματικότητα. Επενδύει επίμονα στο χαμένο πρόσωπο ή στην χαμένη σχέση, αρνούμενη αρχικά να «αφήσει». Αυτή η λιβιδινική επένδυση στο αντικείμενο χρειάζεται σταδιακά να αποδεσμευτεί — μια επώδυνη, μα αναγκαία εσωτερική εργασία.

Το πένθος, λοιπόν, δεν είναι παθητική κατάσταση αλλά ενεργός ψυχικός μόχθος. Ο ψυχισμός μας «δουλεύει» αδιαλείπτως: ανακαλεί αναμνήσεις, επεξεργάζεται τη σύνδεση που υπήρχε, και αργά αποδεσμεύει την ψυχική ενέργεια που ήταν δεμένη με τον χαμένο.   Στην ουσία το πένθος δεν αποτελεί αδυναμία — είναι η τιμή που πληρώνουμε για το ότι αγαπήσαμε.

Ο Freud διέκρινε το φυσιολογικό πένθος από τη μελαγχολία, αυτό που σήμερα θα αναγνωρίζουμε ως κατάθλιψη. Στο φυσιολογικό πένθος, ο κόσμος φαντάζει φτωχός και άδειος. Στη μελαγχολία όμως, αυτή η φτώχεια στρέφεται προς τα μέσα: ο ίδιος ο εαυτός νιώθει ανάξιος, κενός, άδειος. Η βασική διαφορά έγκειται στο ότι στη μελαγχολία υπάρχει μια αμφιθυμία απέναντι στον χαμένο — η αγάπη συνυπάρχει με θυμό ή απογοήτευση που, αντί να εκφραστεί προς τα έξω, στρέφεται εναντίον του εαυτού.

Οι μεταγενέστεροι ψυχαναλυτές εμπλούτισαν σημαντικά αυτή την κατανόηση. Η Melanie Klein τόνισε τη σημασία της «κατάθλιψης» που βιώνει το βρέφος όταν αντιλαμβάνεται ότι το αντικείμενο που αγαπά και το αντικείμενο που μισεί είναι το ίδιο πρόσωπο. Αυτή η πρώιμη εμπειρία πένθους αποτελεί, κατά την Klein, τη βάση για κάθε μελλοντική ικανότητα θρήνου. Άτομα που δεν κατάφεραν να ολοκληρώσουν αυτή την πρώιμη διεργασία μπορεί να δυσκολεύονται περισσότερο με τις απώλειες στην ενήλικη ζωή.

Ο John Bowlby από τη δική του οπτική της θεωρίας προσκόλλησης, περιέγραψε το πένθος ως μια διαδικασία με διακριτές φάσεις: αρχικό σοκ και άρνηση, στη συνέχεια ανησυχία και αναζήτηση, αποδιοργάνωση, και τελικά επανοργάνωση. Αυτές οι φάσεις δεν ακολουθούν πάντα γραμμική σειρά μπορεί να επαναλαμβάνονται ή να συνυπάρχουν.

Η ψυχοθεραπεία δεν αποσκοπεί στο να επιταχύνει ή να «θεραπεύσει» το πένθος. Αντίθετα, δημιουργεί έναν ασφαλή χώρο όπου η εσωτερική αυτή εργασία μπορεί να εκτυλιχθεί με τον δικό της ρυθμό. Το να αισθανθεί κανείς ότι ο θρήνος του είναι αποδεκτός, ότι ο πόνος δεν χρειάζεται να κρυφτεί ή να επισπευστεί, μπορεί να αποτελέσει από μόνο του μια βαθύτατα θεραπευτική εμπειρία.

Συχνά, πίσω από ένα δύσκολο πένθος κρύβονται παλαιότερες, αδάκρυτες απώλειες  εκείνες που ποτέ δεν πενθήθηκαν επαρκώς. Ο θεραπευτής μπορεί να βοηθήσει τον θεραπευόμενο να αναγνωρίσει αυτά τα στρώματα, να τα εξερευνήσει και να τα επεξεργαστεί — όχι για να ξεχάσει, αλλά για να μπορέσει να συνεχίσει να ζει και να αγαπά.

Το τέλος του πένθους δεν σημαίνει λήθη. Σημαίνει ότι ο χαμένος εξακολουθεί να ζει μέσα μας αλλά πλέον ως μέρος του εαυτού μας και όχι ως ανοιχτή πληγή.

 

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

WhatsApp
Facebook
Twitter
LinkedIn