Ήταν το 1920 όταν ο Έντουαρντ Λούις Μπερνέζ που ζούσε τότε στην Μασαχουσέτη, στέλνει στο θείο του στη Βιέννη ένα κουτί με πούρα Αβάνας καθώς γνώριζε πόσο πολύ του άρεσε να καπνίζει. Ο θείος του, πατέρας της ψυχανάλυσης Σίγκμουντ Φρόιντ, για να ανταποδώσει το δώρο, στέλνει στον ανιψιό του το βιβλίο του ¨Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση¨ που δημοσίευσε τρία χρόνια πριν. Με το βιβλίο αυτό ο Μπερνέζ, ο οποίος κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου συμμετείχε στην Επιτροπή Δημόσιας Πληροφόρησης που συντόνιζε την πολεμική προπαγάνδα των ΗΠΑ και έμαθε τα μυστικά της χειραγώγησης, αντιλαμβάνεται ότι αυτές οι μέθοδοι προπαγάνδας θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν το ίδιο αποτελεσματικά εν καιρό ειρήνης μέσω της χειραγώγησης των ανθρώπινων ενστίκτων.
Γνώριζε ότι οι πεποιθήσεις μπορούν να αλλοιωθούν και παρά να χρησιμοποιεί τον όρο προπαγάνδα που είχε αρνητική χροιά, ο Μπερνέζ εφεύρει τον όρο ¨Δημόσιες σχέσεις¨. Έμεινε έτσι στην ιστορία ως ο πατέρας των δημοσίων σχέσεων με τεράστιες επιτυχίες όπως η επικοινωνιακή σύνδεση της γυναικείας χειραφέτησης με το κάπνισμα παρουσιάζοντας τα τσιγάρα ως πυρσούς ελευθερίας. Επίσης,το 1954, η ανατροπή του δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου της Γουατεμάλα και εγκαθίδρυση της χούντας όπου καθιερώθηκε και ο όρος ¨μπανανία¨ καθώς ο Μπερνέζ ήταν ο σύμβουλος δημοσίων σχέσεων εταιρείας εμπορίου μπανάνας και ήθελαν να εκμεταλλευτούν τη Γουατεμάλα με στήριξη των ΗΠΑ.
Το 1928 στο βιβλίο του ¨Προπαγάνδα¨ συζητάει ότι μια ¨αόρατη κυβέρνηση¨ από ελίτ χειραγωγούς είναι απαραίτητη για την οργάνωση δημοκρατικής κοινωνίας. Πίστευε ότι “Μηχανική της Συγκατάθεσης” (The Engineering of Consent) ήταν απαραίτητη για έλεγχο της κοινής γνώμης και του καταναλωτισμού. Επεκτείνεται στο χώρο της οικονομίας εκτιμώντας τη θετική επίδραση της προπαγάνδας στην υπηρεσία του καταναλωτισμού. Συγκεκριμένα αναφέρει: ¨Ένα εργοστάσιο, το οποίο μπορεί να προμηθεύσει μια ολόκληρη ήπειρο με το προϊόν του, δεν μπορεί να περιμένει το κοινό να ζητήσει το προϊόν του. Χρειάζεται να διατηρεί συνεχή επαφή με το κοινό, μέσω διαφήμισης και προπαγάνδας, για να διασφαλίσει τη συνεχόμενη ζήτηση και με αυτό το τρόπο να διατηρεί τη κερδοφορία του.¨
Ένα αιώνα αργότερα αυτή η τακτική όχι μόνο δεν εξαλείφθηκε αλλά συνεχίζει να ανθίζει με τεράστιες και επιθετικές διαστάσεις. Κτίστηκε έκτοτε ένα σύστημα το οποίο χειραγωγεί και ελέγχει το τρόπο που δισεκατομμύρια άνθρωποι σκέφτονται, αισθάνονται και αγοράζουν. Ο Μπερνέζ εργαλειοποίησε τη πιο σπουδαία ανακάλυψη του Φρόιντ: ότι ο άνθρωπος σπάνια ενεργεί με βάση τη λογική του. Οι αποφάσεις μας κινητοποιούνται από ασυνείδητες επιθυμίες για τις οποίες δεν έχουμε επίγνωση. Ένας άνθρωπος δεν αγοράζει ένα αμάξι απλά για να μετακινείται αλλά επειδή είναι σύμβολο ενός επιθυμητού στάτους. Μπορεί να πιστεύουμε ότι είμαστε λογικά όντα όμως αυτό δεν ισχύει. Ο Μπερνέζ κατάλαβε, ότι αν προσπεράσει το συνειδητό μέρος του ψυχισμού και στοχεύσει στις κρυφές επιθυμίες, μπορεί να χειραγωγήσει τους ανθρώπους να προβούν σε πράξεις, χωρίς οι ίδιοι να γνωρίζουν γιατί τις κάνουν.
Σημαντική συνεισφορά στις ιδέες του Μπερνέζ ήταν η επιπλέον δουλειά του Φρόιντ πάνω στην ομαδική ψυχολογία με το έργο του ¨Η ομαδική ψυχολογία και Ανάλυση του Εγώ¨ (1921). Βασισμένος στο έργο του Γκουστάβ Λε Μπόν, ¨Η Ψυχολογία των Μαζών¨ (1895), ο Φρόιντ έφτασε στο συμπέρασμα ότι όταν οι άνθρωποι ταυτίζονται με μια ομάδα, η κριτική σκέψη παύει να λειτουργεί. Το άτομο σταματάει να αναρωτιέται και να σκέφτεται για τον εαυτό του. Αυτό συμβαίνει επειδή η ανάγκη να ανήκει κανείς είναι πιο ισχυρή από την αλήθεια. Στα σημερινά δεδομένα, όπου ο άνθρωπος δεν συμμετέχει τόσο με φυσική παρουσία στα κοινωνικά βλέπουμε ότι η ομάδα και η κοινωνία συνεχίζει βρίσκεται ενδοψυχικά. Έτσι, όταν γυρνάμε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χωρίς κριτική σκέψη, την ικανότητα δηλαδή να σκεφτούμε αυτά που διαβάζουμε ή και ακόμη να σταματήσουμε τον εαυτό μας από την ροή πληροφορίας, είναι επειδή βρισκόμαστε κάτω από την επήρεια του κοινωνικού ρεύματος που ρέει και παρασέρνει.
Ο Μπερνέζ είχε καταλάβει ακριβώς ότι η χειραγώγηση του πληθυσμού επιτυγχάνεται όταν η κυβέρνηση συνδέει την ιδεολογία της με τις επιθυμίες της κοινωνίας, χρησιμοποιεί την ομαδική ταυτότητα για να διαλύσει τη κριτική σκέψη που θα έχει ως αποτέλεσμα την αντίσταση, χρησιμοποιεί την επανάληψη μέχρι να αισθάνεται το άτομο την πεποίθηση ως δική του και χρησιμοποιεί τις ανθρώπινες ασυνείδητες επιθυμίες (φόβος, στάτους, ανάγκη του ανήκειν) προς όφελος της. Γνώριζε επίσης, ακόμη μια εφαρμογή της χειραγώγησης που είναι και η πιο τρομακτική: το διαίρει και βασίλευε. Ενωμένος ο πληθυσμός είναι πιο δυνατός από αυτούς που τον κυβερνούν. Η δημιουργία ρωγμών με διαφοροποίηση σε θέματα φυλής, φύλου, τάξης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ιδεολογίας και θρησκείας, αποδυναμώνουν τη κριτική σκέψη, τα μέλη της κοινωνίας τσακώνονται μεταξύ τους και έτσι η αόρατη κυβέρνηση δρα ανενόχλητη.
Αν κοιτάξει κανείς τους αλγόριθμους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης θα δει ότι εκμεταλλεύονται τις ίδιες ανθρώπινες ευαισθησίες σε ταχύτητα πολύ δύσκολη να συλλάβει κανείς. Ψευδείς ειδήσεις διαμορφώνουν πραγματικότητες με συνέπεια ολόκληρα έθνη σε ένα βράδυ να διαλύονται, οι άνθρωποι εντρόμητοι παρακολουθούν πολέμους και ψάχνουν να βρουν ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός (διχοτόμηση) για να ταχθούν υπέρ ή κατά και τέλος έχουμε διάφορους ινφλουένσερ να τροφοδοτούν με φτηνές ιδέες για διαχείριση της ψυχολογίας ως υλικό (content) για την προσωπική τους κερδοφορία. Η προπαγάνδα δεν είναι πλέον αφίσες στις πλατείες αλλά στις οθόνες μας κάθε μέρα.
Αυτή η κατάσταση ενισχύεται καθώς η γνώση για την ανθρώπινη ψυχολογία, σε ατομικό και ομαδικό επίπεδο, παρόλο που έχει αυξηθεί δραματικά τον τελευταίο αιώνα, παραμένει επιφανειακή και ο σύγχρονος άνθρωπος παρά τη μόρφωση του, παραμένει στο σκοτάδι. Η γνώση για τις βαθύτερες ανθρώπινες ανάγκες αποφεύγεται, η ανάγκη του ανήκειν τυγχάνει εκμετάλλευσης, αποφεύγεται και πολλές φορές στιγματίζεται η ανεξάρτητη σκέψη, το ασυνείδητο παραμένει άγνωστος ψυχικός χώρος και ως ξένο (εξού και η άνοδος του ρατσισμού για τους ξένους), και μέσω της άρνησης (που είναι μηχανισμός άμυνας του ασυνειδήτου) μένει μακριά από τη συνείδηση και έτσι η παρόρμηση διοικεί έναντι της κριτικής σκέψης. Αποτέλεσμα, να συγχύζουμε τη χειραγώγηση με ελεύθερη βούληση.
Ο Σιγκμουντ Φρόιντ, σε αντίθεση με τον ανιψιό του που υπηρετούσε καπιταλιστικά συμφέροντα, ήταν γιατρός. Το ενδιαφέρον του ήταν ο άνθρωπος, ο ανθρώπινος ψυχισμός και η θεραπεία του. Έτσι, με την επιστήμη της ψυχολογίας και τη τέχνη της ψυχανάλυσης μας δίδαξε ότι η ελευθερία στη σκέψη, η ενδοσκόπηση και η ανάλυση των βαθύτερων ενστίκτων μας βοηθάει να αναρωτιόμαστε γιατί πιστεύουμε αυτά που πιστεύουμε και κατά πόσο θέλουμε να τα πιστεύουμε. Να αποκτήσουμε αυθεντική σκέψη ακόμη κι αν αυτή είναι διαφορετική από την πρωτογενή ομάδα που είναι η οικογένεια και από τη δευτερογενή ομάδα όπως η κοινωνία, το κόμμα, η ποδοσφαιρική ομάδα, η θρησκεία κ.α. Ότι ακριβώς, αν σταματήσουμε να σκεφτόμαστε για τον εαυτό και όσα συμβαίνουν γύρω μας, τότε άλλοι θα σκέφτονται για εμάς.