Το Circle Limit IV (Heaven and Hell) του Μάουριτς Κόρνελις Έσερ (1960) είναι μια ξυλογραφία όπου άγγελοι και δαίμονες συνυπάρχουν σε ένα αδιάσπαστο μοτίβο που γεμίζει έναν κύκλο χωρίς κανένα κενό. Κανένας δεν κυριαρχεί. Κανένας δεν εξαφανίζεται. Αυτή η εικόνα, πέρα από τη μαθηματική της τελειότητα, λειτουργεί ως εντυπωσιακή αναπαράσταση βασικών ψυχαναλυτικών ιδεών.
Η πιο προφανής παρατήρηση μπροστά στο έργο του Έσερ είναι και η πιο βαθιά: ο άγγελος και ο δαίμονας έχουν ακριβώς το ίδιο περίγραμμα. Ο ένας ορίζει τον άλλον. Χωρίς το σκοτεινό σχήμα, το φωτεινό δεν μπορεί να υπάρξει όπως και αντίστροφα. Αυτό δεν απλά ένα οπτικό τέχνασμα. Είναι μια οντολογική δήλωση: ότι το καλό και το κακό δεν είναι ανεξάρτητες οντότητες που συγκρούονται· είναι αλληλένδετες διαστάσεις της ίδιας πραγματικότητας. Η μία φωτίζεται μόνο σε αντίθεση με την άλλη. Χωρίς τη σκιά, δεν υπάρχει φως και βεβαίως χωρίς το φως, η σκιά δεν έχει νόημα.
Εκτός των δύο μερών, καλού και κακού που βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπιδραση, βλέπουμε αυτά τα δύο να συνυπάρχουν σε ένα κύκλο. Ο Sigmund Freud περιέγραψε την ψυχή ως τριμερή: το Εκείνο (Id), η δεξαμενή των πρωτόγονων ορμών και επιθυμιών· το Υπερεγώ (Superego), η εσωτερικευμένη ηθική και οι κοινωνικές επιταγές· και το Εγώ (Ego), ο μεσολαβητής μεταξύ αυτών των δύο δυνάμεων και της πραγματικότητας. Στον πίνακα του Έσερ, οι δαίμονες αντιστοιχούν στο Εκείνο, δηλαδή στη ζωτική, απωθημένη ενέργεια που επιμένει να υπάρχει, οι άγγελοι αντιστοιχούν στο Υπερεγώ που αφορά την εικόνα του «σωστού» που το άτομο επιδιώκει να προβάλει. Και ο κύκλος στο σύνολό του είναι το Εγώ που συνεχώς βρίσκεται σε μια αδιάκοπη διαπραγμάτευση ανάμεσα στις δύο αντίθετες δυνάμεις, χωρίς τελική νίκη καμίας.
Ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του ασυνείδητου κατά τον Freud είναι ότι δεν γνωρίζει χρόνο και δεν έχει σύνορα. Τα απωθημένα συναισθήματα δεν «παλιώνουν» παραμένουν άθικτα, εκκρεμή και έτοιμα να αναδυθούν. Αυτή η ιδέα αποκτά οπτική μορφή στη γεωμετρία του έργου αφου καθώς τα σχήματα κινούνται προς την περιφέρεια του κύκλου, γίνονται μικρότερα αλλά δεν σταματούν ποτέ, τείνουν στο άπειρο χωρίς να φτάνουν ποτέ εκεί. Το κέντρο του κύκλου αντιστοιχεί στη συνείδηση, αυτό που αναγνωρίζουμε, ονομάζουμε, διαχειριζόμαστε. Η περιφέρεια που εκτείνεται απεριόριστα είναι το βαθύ ασυνείδητο: ανεξάντλητο, πυκνό από μορφές που δεν μπορούμε πλήρως να συλλάβουμε.
Επίσης, ο Freud μίλησε για την αμφιθυμία την οποία περιέγραψε ως την ικανότητα ή μάλλον την ανάγκη, να συνυπάρχουν αντίθετα συναισθήματα απέναντι στο ίδιο πρόσωπο ή αντικείμενο. Αργότερα, η Melanie Klein εμβάθυνε σε αυτή την έννοια: η ψυχολογική ωριμότητα, ορίζεται από τη μετάβαση από τη «σχιζοειδή-παρανοειδή θέση» όπου ο άλλος είναι είτε ολοκληρωτικά καλός είτε ολοκληρωτικά κακός, στην «καταθλιπτική θέση», όπου το άτομο αντέχει να αναγνωρίζει ότι το ίδιο πρόσωπο φέρει και τα δύο (Klein, 1946). Ο Έσερ στο έργο του το αποτυπώνει με αφοπλιστική σαφήνεια: δεν υπάρχουν σύνορα μεταξύ λευκού και μαύρου, η μετάβαση είναι αδιάλειπτη, το ένα γεννά το άλλο. Η ψυχολογική ωριμότητα δεν είναι η εξάλειψη της αμφιθυμίας, αλλά η ανοχή της.
Δεν μπορούμε επίσης να παραβλέψουμε ότι ο πίνακας λειτουργεί και ως προβολικό τεστ. Ποια μορφή βλέπεις πρώτη, τον άγγελο ή τον δαίμονα; Αυτή η απλή ερώτηση δεν είναι αθώα. Η προβολή, ως αμυντικός μηχανισμός, μας οδηγεί να αποδίδουμε στον άλλον αυτό που δεν αντέχουμε να αναγνωρίσουμε στον εαυτό μας. Εκείνος που κοιτάζει τον πίνακα και βλέπει κυρίως τους δαίμονες ως «απειλητικούς» ή εκείνος που αναγνωρίζει τους αγγέλους ως «αδύναμους» και οι δύο αποκαλύπτουν κάτι για τη σχέση τους με τη δική τους σκιά, με την Jungian έννοια του όρου. Ο Jung το είχε θέσει ξεκάθαρα: «Ό,τι αρνούμαι στον εαυτό μου, το βλέπω στον άλλον» (Jung, 1951, Aion).
Ο Έσερ δεν ήταν ψυχαναλυτής. Ήταν όμως ένας καλλιτέχνης που, μέσα από τη μαθηματική ακρίβεια, άγγιξε αλήθειες που η ψυχανάλυση αγωνίζεται να περιγράψει με λέξεις: ότι ο εαυτός δεν είναι ένα ενιαίο, συνεκτικό σύνολο, αλλά μια αδιάσπαστη διαπλοκή αντιθέτων. Ότι το «καλό» και το «κακό» μέσα μας δεν διαγωνίζονται για νίκη, αλλά αλληλοορίζονται σε αδιάκοπο χορό. Και ότι η κατανόηση του εαυτού δεν σημαίνει εξάλειψη της σκιάς, σημαίνει την αναγνώρισή της ως αναπόσπαστο κομμάτι αυτού που είμαστε.
Βιβλιογραφία
Freud, S. (1923). The Ego and the Id. Standard Edition, Vol. XIX. Hogarth Press.
Freud, S. (1900). The Interpretation of Dreams. Standard Edition, Vols. IV–V. Hogarth Press.
Klein, M. (1946). Notes on some schizoid mechanisms. International Journal of Psychoanalysis, 27, 99–110.
Jung, C. G. (1951). Aion: Researches into the Phenomenology of the Self. Collected Works, Vol. 9ii. Princeton University Press.
Jung, C. G. (1934). The Archetypes and the Collective Unconscious. Collected Works, Vol. 9i. Princeton University Press.
Escher, M. C. (1960). Circle Limit IV (Heaven and Hell) [Woodcut]. Escher in The Palace, The Hague.